αἰχμητά

αἰχμητά̱ , αἰχμητής
spearman
masc nom/voc/acc dual
αἰχμητής
spearman
masc voc sg
αἰχμητής
spearman
masc nom sg (epic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιχμητά — αἰχμητά, ο (Α) επικός τύπος αντί αἰχμητής …   Dictionary of Greek

  • αἰχμητᾶ — αἰχμητής spearman masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμητᾷ — αἰχμητής spearman masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμητάς — αἰχμητά̱ς , αἰχμητής spearman masc acc pl αἰχμητά̱ς , αἰχμητής spearman masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμητάν — αἰχμητά̱ν , αἰχμητής spearman masc acc sg (epic doric aeolic) αἰχμητής spearman masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμητάων — αἰχμητά̱ων , αἰχμητής spearman masc gen pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.